Η εφηβεία είναι διαχρονικά μία απαιτητική περίοδος. Είναι η φάση της αναζήτησης, του πειραματισμού, της αμφισβήτησης. Σήμερα όμως, στην εποχή της υπερπληροφόρησης και παραπληροφόρησης, οι νέοι μας καλούνται να μεγαλώσουν μέσα σ’ ένα σύνθετο και συχνά αντιφατικό ψηφιακό περιβάλλον. Οι παραδοσιακοί θεσμοί διαπαιδαγώγησης, η οικογένεια, το σχολείο, η κοινότητα, αδυνατούν πολλές φορές να καλύψουν τις νέες ανάγκες. Κι έτσι, μια ολόκληρη γενιά μαθαίνει για τη σεξουαλικότητα, τις διαπροσωπικές σχέσεις, την αυτοεικόνα και τα όριά της, όχι μέσα από την ουσιαστική συζήτηση, αλλά μέσα από τα stories του Instagram και τις τάσεις του TikTok.
Ως ενεργή πολίτης και κυρίως ως νέα μητέρα δύο κοριτσιών, νιώθω έντονη την ευθύνη να συμβάλω σε έναν ειλικρινή δημόσιο διάλογο για τις πολυδιάστατες προκλήσεις του διαδικτύου στην καθημερινότητα των νέων. Η σειρά Adolescence, με την ωμή αλλά ευαίσθητη προσέγγισή της, ανέδειξε πολλά από τα ερωτήματα που βασανίζουν γονείς, εκπαιδευτικούς αλλά και τα ίδια τα παιδιά μας. Τι είναι τελικά φυσιολογικό; Τι σημαίνει αποδοχή; Οι νέοι είναι ελεύθεροι ή εκτίθενται, κυριολεκτικά και μεταφορικά, στον ψηφιακό κόσμο;
Με αφορμή την πρόσφατη συμμετοχή μου σε συζήτηση στο Συμβούλιο της Ευρώπης για τις νέες μορφές πορνογραφίας, όπως το φαινόμενο του OnlyFans, ήρθα σε άμεση επαφή με ακόμη μία σκληρή πραγματικότητα. Όλο και περισσότεροι νέοι, κυρίως κορίτσια, βλέπουν την ψηφιακή «έκθεση» ως διέξοδο προς την ανεξαρτησία ή ακόμα και την οικονομική επιβίωση. Πολλές φορές μάλιστα, χωρίς καν να έχουν κατανοήσει τις συνέπειες αυτής της επιλογής. Επιπλέον, η βία μεταξύ ανηλίκων, είναι ένα φαινόμενο που αναδύεται με αυξανόμενη ένταση, το οποίο συχνά συνδέεται με την έλλειψη υγιών προτύπων, την ψηφιακή υπερέκθεση και την κανονικοποίηση της επιθετικότητας μέσα από περιεχόμενο που προβάλλεται ως «φυσιολογικό» ή ακόμη και επιθυμητό.
Δεν πρόκειται απλώς για ένα ηθικό ή κοινωνιολογικό ζήτημα. Πρόκειται για θέμα δημόσιας πολιτικής και συλλογικής ευθύνης και αυτό διαφαίνεται ξεκάθαρα στην εθνική στρατηγική για την πρόληψη και αντιμετώπιση της βίας και της παραβατικότητας ανηλίκων που παρουσιάστηκε στον Πρωθυπουργό, την προηγούμενη εβδομάδα. Τα επιπλέον μέτρα που έρχονται να συμπληρώσουν καινοτόμες δράσεις όπως για παράδειγμα, τα SafeYOUth, KidsWallet και Stop – Bullying, αποτελούν αναμφίβολα βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση καθώς δημιουργούν ένα πολύ σημαντικό πλαίσιο πρόληψης και στήριξης. Ωστόσο, η πραγματική πρόκληση παραμένει στη διαμόρφωση κουλτούρας ενσυναίσθησης, κριτικής σκέψης και ψηφιακού αναστοχασμού, όχι μόνο μέσα από μέτρα, αλλά κυρίως μέσα από σχέσεις εμπιστοσύνης και συνεχή, ουσιαστική επικοινωνία με τους νέους.
Η πραγματικότητα είναι πως τα παιδιά μας εκπαιδεύονται μέσα από το διαδίκτυο, από influencers, από λανθασμένα πρότυπα, από περιεχόμενο. Η εφηβεία, ως περίοδος ευαλωτότητας αλλά και δυναμικής διαμόρφωσης της προσωπικότητας, γίνεται σήμερα στόχος μιας βιομηχανίας ψηφιακού περιεχομένου που εκμεταλλεύεται τη δίψα για αποδοχή, επιβεβαίωση και «ευκολία».
Το θέμα δεν είναι να δαιμονοποιήσουμε το διαδίκτυο. Το αντίθετο. Να το αξιοποιήσουμε ως ένα εργαλείο δύναμης, γνώσης και αυτογνωσίας. Να βοηθήσουμε τα παιδιά να ξεχωρίζουν την επιφανειακή αποδοχή από την ουσιαστική αυτοεκτίμηση. Να μάθουν τι σημαίνει συναίνεση, όριο, ασφάλεια. Και αυτό δεν μπορεί να είναι ατομική υπόθεση της κάθε οικογένειας μόνο, είναι κοινωνική και θεσμική υποχρέωση. Τώρα είναι η ώρα να δράσουμε. Η πολιτεία, οι θεσμοί, η κοινωνία των πολιτών και κάθε ένας από εμάς ξεχωριστά, έχουμε ρόλο και χρέος να εξασφαλίσουμε στα παιδιά μας τα κατάλληλα εργαλεία και το ασφαλές περιβάλλον για να διεκδικήσουν με αξιοπρέπεια και αυτογνωσία τη θέση τους στον κόσμο. Δεν αρκεί να τα αγαπάμε, πρέπει και να τα καθοδηγούμε. Με ειλικρίνεια, με ενσυναίσθηση και, πάνω απ’ όλα, με πράξεις. Δεν μπορούμε να μείνουμε θεατές. Αυτό είναι το δικό μας στοίχημα. Και οφείλουμε να το κερδίσουμε.



